Πέμπτη, 1 Φεβρουαρίου 2007

28 μέρες πριν το ναυάγιο



Ούτε που θυμόταν πλέον πότε ακριβώς είχε μπαρκάρει σε τούτο το σκυλοπνίχτη. Εδώ τ' όνομά του κόντευε να ξεχάσει, ημερομηνίες θα θυμόταν; «Με λένε Παντελή» μουρμούριζε μέσ' απ' τα δόντια του τις νύχτες που ξάπλωνε στη μικρή καμπίνα των καμαρότων να ξεκουράσει τα κόκκαλά του με τις σκουριασμένες κλειδώσεις -τα είχε φάει η αλμύρα τόσα χρόνια. Δεν είχε παράπονο πάντως από τη ζωή, αυτό που ήθελε του το είχε δώσει και με το παραπάνω. Στο κάτω κάτω της γραφής, όταν ζήταγε να φύγει απ' το χωριό του και να ζήσει στη θάλασσα, που τότε δεν την είχε δει ακόμα ούτε ζωγραφιστή, ας ζήταγε κι ένα καράβι σε καλύτερη κατάσταση. Τώρα ήταν αργά για ν' αλλάξει ο,τιδήποτε. Μαζί θα πηγαίναν φούντο, έτσι όπως ήταν τα πράγματα. Αν γνώριζε ότι αυτό το τέλος θα ερχόταν σε 28 μέρες από τη σημερινή, ίσως να άλλαζε κάτι -ίσως και όχι.

Η μόνη εικόνα που 'ρχόταν καθαρά στο νου του απ' τα παλιά, ήταν εκείνη μέσα στο πούλμαν του ΟΣΕ -ΣΕΚ λεγόταν τότε- στο κατέβασμα από Θεσσαλονίκη Αθήνα και μετά Πειραιά, για να μπαρκάρει στο καράβι όπου δούλευε λοστρόμος ο νονός του. «Πάρε με νονέ, πάρε κι εμένα στα καράβια» παρακάλαγε κάθε που ο καπτά Βασίλης ανέβαινε αραιά και που στα κατσικοχώρια του Καϊμακτσαλάν. Εκεί όπου μεγάλωνε ο μικρός Παντελής παρέα με τα βουβάλια, να βοηθά στο άρμεγμα και στο σταύλο από μωρό παιδάκι. Είχανε και μια δασκάλα με ξανθά κοτσίδια που έλεγε να μη δουλεύουν τα παιδιά, αλλά ποιος την άκουγε. Αμα δεν δούλευαν τα παιδιά, πώς θα τα βγάζαν πέρα τα σπίτια;

Για τούτο τα φέρναν στον κόσμο τα παιδιά, για να βοηθάν στα βουβάλια, αυτό είχε μάθει ο μικρός Παντελής. Οταν πήγαινε κάποια πρωινά στο σχολείο, έχοντας προσφάει ψωμί σταρένιο βουτηγμένο σε κρασί και κουτούλαγε στο μάθημα, είχε στο νου όχι τι έγραφε η ξανθιά στον πίνακα αλλά την ώρα που θα ξαναγύρναγε στους στάβλους να στοιβάξει τις σβουνιές και να ρίξει νερά στο πατημένο χώμα. Τις σβουνιές ερχόντουσαν εργάτες και τις παίρναν να φτιάξουν πατώματα καινούργια στα σπίτια ή να φρεσκάρουν τα παλιά. Η δασκάλα τον τράβαγε από τη μια, ο πάππος από την άλλη, στο τέλος νίκησε ο νονός του ο Βασίλης που έστειλε το κάλεσμα της ζωής του, ένα τηλεγράφημα και μια επιταγή ταχυδρομική για να ψωνίσει κουστούμι και για τα ναύλα του.

Τη θάλασσα δεν την είχε δει ποτέ ίσαμε τότε ο Παντελής. Μόνο ζωγραφιστή, σε κάτι φωτογραφίες ασπρόμαυρες που έστελνε ο νονός από μυθικά μέρη, Αμβέρσα, Αμστερνταμ, και άλλα τέτοια που μπερδευόταν η γλώσσα να τα λες. Ούτε μπορούσε να φανταστεί πώς μπορούσε να πλέει πάνω στο νερό ένα τόσο μεγάλο πράγμα, όπως του περιέγραφε ο νονός του το καράβι, σαν ένα θεόρατο σπίτι εκατό και δέκα φορές σαν το σταύλο τους. Ούτε όταν έφτασε Θεσσαλονίκη είχε καιρό να πάει να ρίξει μια ματιά, γιατί ίσα και πρόλαβε το πούλμαν από το πρακτορείο του ΚΤΕΛ.

Ετσι, καμαρωτός για να κρύβει το φόβο που ταξίδευε για πρώτη φορά μακριά απ' το χωριό του, μπήκε και κάθισε στη θέση νούμερο δεκαεννιά, πλάι σε μια κοπελίτσα. Του είχανε πει να μη μιλάει με αγνώστους, αλλά αυτή η κοπελίτσα που τον ρώτησε από πού είναι και τι σπουδάζει, δεν του φάνηκε καθόλου επικίνδυνη. Απάντησε πως δεν σπουδάζει, ότι το δημοτικό τέλειωσε και δυο τάξεις απ' το γυμνάσιο κι ότι κατεβαίνει Πειραιά για να μπαρκάρει και ότι ποτέ του δεν είδε θάλασσα. Με αυτό το τελευταίο, η κοπελίτσα ξαφνιάστηκε πολύ περισσότερο παρά με τα προηγούμενα, τόσο πολύ που του παραχώρησε τη θέση της δίπλα στο παράθυρο. «Για να τη βλέπεις καλύτερα» του είπε.

Την είδε. Και δεν ξεκόλλαγε τα μάτια του από πάνω της. Αυτό το απέραντο γαλάζιο νερό τον μάγεψε μέσα σε μια στιγμή. Το κάλεσμά του το άκουσε με την πρώτη. Αυτή ήταν η μοίρα του, αυτή ήταν η ζωή του, η θάλασσα και τίποτ' άλλο, μόνο η θάλασσα. Θυμάται καλά ότι είχε κολλήσει τη μούρη του στο τζάμι και σαν να του κόπηκε η μιλιά, σα να μουγκάθηκε απότομα. Σίγουρα, πρέπει να τον ρώτησε η κοπελίτσα αν του αρέσει ή κάτι τέτοιο, αλλά απάντηση δεν βγήκε απ' το στόμα του, ίσως μονάχα κάποιο μουγκρητό. Κάθε φορά που το σκέφτεται, λέει μέσα του πως θά 'πρεπε τουλάχιστο να την είχε ευχαριστήσει για την καλωσύνη της να του δώσει τη θέση στο τζάμι, αλλά τότε πού μυαλό να το σκεφτεί.

------------------
698 λέξεις
οποιος θέλει συνεχίζει με το δικό του τρόπο, όποιος θέλει αρχίζει δική του ιστορία
τίτλο δεν έβαλα γιατί δεν ξέρω πώς θα εξελιχτεί