Δευτέρα, 19 Φεβρουαρίου 2007

22 μέρες πριν το ναυάγιο (κακό μαντάτο)

Και τι τα γράφω όλα τούτα; Μήπως θα τα διαβάσει κανείς; Μέρες τώρα βολοδέρνουμε με την μία μηχανή σμπαράλια και την άλλη με τα δεκανίκια του Γιώργη του μηχανικού. Να πιάσουμε πόρτο στο Πανσίρ Πανζάνκ της Σίνκαπουρ να λασκάρουμε λίγο. Αν είμαστε εκεί κοντά δηλαδή. Γιατί ο Τρίτος μου τα μασούσε σήμερα το πρωί και εγώ δεν είχα δει τα άστρα για μέρες με τούτη τη συνεφιά.

Βουνίσιος ξεβουνίσιος τα άστρα τα ήξερα σαν τις τρίχες στα μάγουλά μου. Είχ' απo μικρός εθιστεί στην ιδέα του μπάρκου. Και ξέρω καλά πότε έγινε αυτό. Τετάρτη δημοτικού. Είχαμε έκθεση με θέμα 'τι θα γίνω όταν μεγαλώσω' και η κυρα Πόπη που έμενε από κάτω μας μου έδωσε ιδέα για την έκθεση: Καπετάνιος. Τρομάρα μου! Από τότε μου κόλλησε. Θα γινόμουν ναυτικός. Και ίσως να το ξέχναγα, να αλλαξοπιστούσα. Όμως είχα μέσα μου μία αντίδραση που με έσερνε από την μύτη. Όταν έφαγα εκείνο το ξύλο από τον πατέρα μου μέσ'τ'αχούρι μουλάρωσα. Δεν ξανάκανα δηλώσεις για το τι ήθελα να κάνω σε κανέναν και για κανένα λόγο. Μόνο στο Δεσποινιώ. Που μου ξερίζωσε την καρδιά το κλάμα της όταν έφυγα, και ας έλεγε ότι καταλαβαίνει, ότι έτσι έπρεπε και ότι θα με περίμενε. Δε με περίμενε.
Και τώρα με το τηλεγράφημα του αδερφού μου τσαλακωμένο στο χέρι σφιχτά, ξαπλωμένος στην σκοτεινή και ακατάστατη κουκέτα, χωρίς φως, νηστικός από την πρωινή γαλέτα, νοιώθω σαν να με πιάνει πυρετός. "Έφυγε" μου γράφει ο Μάριος, "μη ρωτήσεις που πήγε για κανείς δε ξεύρει. Ούτε ο κυρ'Ανέστης που κοντέυει να πεθάνη από την στεναχώρια του" Για να μη το πει στο πατέρα της δεν είναι για καλό. Στην τραπεζαρία που μύριζε λεμονάτο, μου έδωσαν το τηλεγράφημα πριν να σερβιριστούμε και ήμουν όρθιος. Μετά που το διάβασα κάποιος με χαστούκισε άσχημα και όταν τον κοίταξα ήμουν καθιστός. Δεν θυμάμαι ποιός ήταν. Μάλλον ο Πολωνός ο μάγειρας ο Μίσσα, γιατί ακόμα μυρίζω ψαρίλα στο ένα μάγουλο.
Σκοτείνιαζε γρήγορα σ'αυτά τα μέρη. Δεν άναψα το φως. Ξάπλωσα μόνο για λίγο και μετά σηκώθηκα. Πήρα το μπλοκ και έκατσα με την πλάτη στο φινιστρίνι για να βλέπω. Οι σκέψεις με έτρωγαν σαν σκουλήκια από μεσα. Το είχα σεβαστεί το Δεσποινιώ. Μόνο ένα φιλί του είχα πάρει και αυτό ήταν όλο. Και της έγραφα. Στο τελευταίο μου γράμμα της υποσχέθηκα ότι θα φέρω φωτογράφο στο χωριό να την βγάλω φωτογραφία για να την κρεμάσω στην καμπίνα μου. Εκείνη μου είχε γράψει όλα κι'όλα δύο γράμματα. Μού'χε στείλει και μυρτολούλουδα. "Ραντισμένα με αγιασμό στην Αγία Μαύρη" που ήταν το εκκλησάκι που την είχα πρωτοδεί και εκεί που της είχα υποσχεθεί να την πάω νύφη. Και τώρα . . .
Κατάλαβα ότι ήταν εκείνος ο 'μικρός' ο Κρητήκαρος από το χτύπημα στην πόρτα. Σαν να έπεσε πάνω της κοντέϊνερ.
- ";Ώρ'συ Παντελή, άνοιξε που να σου μπει το φίδι στ'άντερο ωρέ καραβουνίσιε!" φώναξε δυνατά, και η φωνή του επιβεβαίωσε ότι είχα δίκιο.
Σηκώθηκα από την βιδωτή μου καρέκλα και του άνοιξα. Δεν τον κοίταξα στα μάτια, μόνο πήγα κατευθείαν στο ντουλαπάκι που φύλαγα το τσίπουρο.
- "Πάλι αυτό το ξέπλυμα θα μου δώσεις;" είπε και βρήκε ένα βρώμικο ποτήρι στο πάτωμα.
Έφτυσε μέσα του και το σκούπισε με την μπλούζα που φορούσε από μέσα. Βρήκα και 'γω ένα νεροπότηρο και αφού έχυσα το νερό στο πάτωμα έβαλα στα ποτήρια.
- "Στα καλτσόν που μας τυρανάν!" φώναξε και εγώ συμφώνησα
- "Στα καλτσόν"
Μου πήρε από το χέρι το μπουκάλι και γέμισε αυτός. Δεν μιλήσαμε. Μόνο εκείνος έκατσε στο κάτω κρεβάτι της κουκέτας και γω ολόρθος να κοιτάω το λερό πάτωμα.
- "Είχες δώσει λόγο ωρέ;" με ρώτησε άγρια.
- "Άντε γαμήσου κωλοκρητηκέ" το γέλιο δεν μου βγήκε με άνεση.
- "Ό'ι, για αν έχεις δώσει λόγο, να μη γαμήκεις τώρα που πιάνουμε πόρτο" τα σάπια δόντια του με κορόϊδευαν στα ίσα.
Δεν απάντησα και γύρισα να κοιτάξω τον ΑηΝικόλα που με κοιτούσε σοβαρός. Δε τα πήγαινα καλά με τους αγίους και με τους παπάδες. Δεν έβρισκα αποκούμπι πάνω τους. Αλλά μέσα μου βαθιά τον ΑηΝικόλα τον είχα σε μεγάλη υπόληψη.
- "Τι σου λέει;" δέκα χρόνια μικρότερος και μου μίλαγε σαν πατέρας
- "Τι μου λέει ποιός; Ο Άγιος;"
- "Ποιός άγιος ωρέ κουζουλέ, το γυναικάκι σου! Τι σου μηνύει στο γραφτό τση;"
- "Κάνε δουλειά σου" δεν ήθελα να εξηγώ. Να ηρεμήσω ήθελα.
- "Όπως ορίζεις άρχοντά μου. Στις διαταγές σου αφέντη. Μα μη με αποπαίρνεις γιατί εμείς τση Κρήτης είμαστε κομματάκι κουζουλοί και δε τις σηκώνουμε τι αγράδες, α!"
- "Άντε στη βάρδια και μη με ζουλάς, δεν έχω όρεξη, θα στα πω μετά" το χαμόγελο δε μού'βγαινε με τίποτα.
Με ένα κλώτσημα η μηχανή ξανασταμάτησε και έδωσε στον Μιχαληό την ευκαιρεία να κατεβάσει το τσίπουρο και να σηκωθεί πάνω. Κάτι έβρισε και κοπάνησε την πόρτα φεύγοντας χωρίς άλλη κουβέντα. Δε μου κράταγε κακία γιατί ήξερε ότι θα του τα έλεγα όταν ήμουν έτοιμος. Τι να του πω; Είχα την ελπίδα ότι με το που θα πιάναμε πόρτο θα με περίμενε ένα γράμμα της. Που θα μου έλεγε τι; Θα μου έδινε εξηγήσεις; Δεν ξέρω και δεν είμαι σίγουρος ότι θέλω να μάθω.

Με την μηχανές σβηστές ο καιρός άρχισε να μας γυρίζει κατα πως ήθελε. Βγαίνοντας από την κουκέτα έχασα την ισοροπία μου και κοπάνησα με τον ώμο στη μπούκα. Αντί να ανεβώ πάνω να ρωτήσω τον τρίτο που με θέλει, κατέβηκα ίσα κάτω στην μηχανή. Καπνούς είδα και μάγκωσα ένα πυροσβεστήρα. Οι βρισιές με οδήγησαν εκεί που ήξερα ότι έιχε πρόβλημα. Ο Γιωργής και ο Ανέστης ο Δεύτερος της μασίνας ήταν όρθιοι και κοίταγαν την μηχανή. Ο πρώτος με λύσσα και ο δεύτερος με υπομονή. Στα πόδια του Ανέστη ήταν ένας πυροσβεστήρας ίδιος με τον δικό μου.
- "Άστο αυτό εδώ, μάλλον θα τον χρειαστούμε" τσίριξε ο Γιωργής με την ψιλή σχεδόν γυναικεία φωνή του. Και μετά "Τι θες εδώ κάτω; Πάνω πά'αινε, εκεί σε θέλουν"
Ξαναμπατάραμε άσκημα και αυτή τη φορά το περίμενα. Ίσα που κουνήθηκα. Ο Ανέστης κοπάνησε την καρκάλα του στα μπουριά και βλαστήμησε κάποιον Άγιο. Έφυγα γοργά και ανέβηκα στη γέφυρα.
- "Που είσαι τόση ώρα αναθεματισμένε, έλα γρήγορα στον μαρκόνι" ο Δεύτερος, ένας μπασμένος από την Λήμνο, 'τρύπα' τον λέγαμε από την μανία του με τις γυναίκες, δε μου είχε συμπάθεια.
Σκουντούφλαγα πίσω του για να τον φτάσω μέχρι να φτάσουμε στο καμαράκι του μαρκόνι. Που ήταν άδειο. Ο Βάγιος δεν ήταν μέσα και ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα άδεια την κάμαρά του. Δεν πρόλαβα να πω τίποτα, έτσι κι'αλλιώς στον 'τρύπα' δεν μίλαγα και πολύ.
- "Ξ'ερεις, δεν ξέρεις;" Με ρώτησε με ανυπομονησία. Ναι ήξερα. Μου είχε μάθει ο Βάγιος.
- "Που είναι ο Βάγιος" ρώτησα ανήσυχα.
- "Κοπάνησε την κεφάλα του. Εντάξει είναι, μόνο ζαλίζεται λίγο. Θα γίνει καλά. Στείλε σήμα να δεις ποιός είναι κοντά. Είδμαε ένα Μαλτέζικο πριν λίγο. Μπορεί να τους χρειαστούμε"
Τα πράγματα ήταν πιό σοβαρά απ'ότι νόμιζα. Και ο καιρός δυνάμωνε. Αλλά εκείνη τη στιγμή που ακούμπισα τα δάχτυλά μου στο χειριστήριο το 'Αυγερινός του νότου" δικαιολόγησε το ανδρικό του όνομα και με πείσμα έδωσε μία κλωτσιά και πήρε μπρος. Έβηξε δυνατά να ξεμπουκώσει και άρχισε να ξαναμπαίνει σε πορεία. Αν και ήξερα ότι δεν θα ήταν για πολύ, σε τέτοιες καταστάσεις κοίταγα μόνο το παρόν. Ορτσάραμε στον καιρό και ήταν σαν να ακούστηκε ένας αναστεναγμός ανακούφισης απ' όλο το πλήρωμα. Ήταν όμως το καράβι που αναστέναξε.
Γύρισα και κοίταξα τον Δεύτερο περιμένοντας νέες όρντινες.
- "Άστο" μου είπε και αφουγκράστηκε. Ήξερε από μηχανές και τις καταλάβαινε με το αυτί.
- "Πότε πιάνουμε;" ρώτησα με θάρρος.
- "Στις πέντε το πρωί με το καλό" ήταν η απάντηση. Δεν είχε σκοτεινιάσει ακόμα. Είχαμε μέλλον. Και μετά "Σήκω που στρογγυλοκάθησες γαϊδούρι του κερατά, άντε στη μηχανή μη σε θέλουν"
Δεν του είπα ότι εκεί ήμουν. Δε τού'πα τίποτις. Μόνο έφυγα.