Σάββατο, 3 Φεβρουαρίου 2007

26 μέρες πριν το ναυάγιο



Είκοσι έξι μέρες είχε μπροστά του ο ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ, ο σκυλοπνίχτης που μαζί του ταξίδευε ο Παντελής τόσα χρόνια, δέκα χρόνια ακριβώς παραπάνω από τη μισή του ζωή. Είχε καβατζάρει πια για τα καλά τα πενηνταπέντε και ετοιμαζόταν ψυχολογικά να βγει στη σύνταξη. Το ταμείο των ναυτικών ήταν καλό ακόμα, δεν είχε πάθει το κάζο που θα τό'φερνε σχεδόν στον πάτο. Είχε επισκεφτεί μια φορά το κτίριο στην οδό Ακαδημίας όταν ήταν καινούργιο ακόμα και είχε θαυμάσει τι μπορούν να κάνουν οι ναυτικοί με τα λεφτά τους, τα λεφτά που βγαίνανε με το χάρο να παραφυλάει στα κύματα, στους αέρηδες, στις ξέρες. Από αυτό το ταμείο, το Ν.Α.Τ., θα έπαιρνε σύνταξη και είχε αρχίσει να σκέφτεται τι θα μπορούσε να κάνει στη στεριά.

Να γυρίσει στο χωριό του, ούτε λόγος. Η γενιά η παραπάνω απ' αυτόν είχαν πεθάνει όλοι σχεδόν εκτός από τη θειά Μαριγούλα, που ήταν μισότυφλη. Ο αδερφός του ο μικρός ζούσε από χρόνια στη Γερμανία, εκεί είχε κάνει οικογένεια, εκεί τον είχε οδηγήσει το ριζικό του. Κάτι ξαδέρφια είχε, αλλά ποιος τα χέζει. Οταν η μάνα του χαροπάλευε, ένα ποτήρι νερό δεν της δώσαν, μόνο κοίταζαν ποιος να πρωτοπάρει πράματα -ζώα και χωράφια- μια και τον είχαν ξεγραμμένο. Κανείς στο χωριό δεν πίστευε ότι ο Παντελής θα γύρναγε μια μέρα, «αυτός πάει, τόν πήρε η θάλασσα» λέγαν και σταυροκοπιόντουσαν.

Εκείνος όμως θα τό'θελε να γυρίσει, μόνο αν ζούσαν τα γονικά του κι άμα ήταν νεότερος, νά'βρισκε καμιά μεγαλοκοπέλα και να παντρευόταν καλά θά'ταν. Χωρίς κοντινούς συγγενείς και χωρίς προξενειό στον ορίζοντα, χωρίς δικά του ζωντανά, τι να πήγαινε να κάνει; Να πάει να τσακωθεί με τα ξαδέρφια ή να χαραμίζει τις ώρες του στο καφενείο; Αμπα, με καμιά κυβέρνηση δε θα γύρναγε πίσω. Το τι θά'κανε με τη σύνταξη θα το λόγιαζε όταν θα'ρχόταν εκείνη η ώρα.

Τόσα χρόνια στις θάλασσες, ο Παντελής ο Στάκας δεν είχε μάθει να κολυμπά. Ποτέ του δεν δοκίμασε να μπει μέσα στο νερό. Οχι πως το φοβόταν, αλλά του έφτανε που ήταν συνέχεια περιτριγυρισμένος από αυτό, που η αλμύρα του πότιζε το δέρμα. Του ήταν αρκετό να σεργιανίζει έξω στα καταστρώματα, όταν σταμάταγε τη δουλειά, όπως κάνουν οι στεριανοί βόλτα στις πλατείες. Εκεί, παλιά, συναντούσε το νονό του το λοστρόμο. Στα πέντε χρόνια ταξιδιού, εκείνος έμεινε στη Μαρσέγια με μια μαροκινή γαλλίδα, άσπρη και ξανθιά, από αυτές που λένε "μαυροπόδαρες" επειδή ήταν γέννημα-θρέμμα του Μαρόκου αλλά φερμένες στη Γαλλία μετά την ανεξαρτησία. Ηταν παντρεμμένη μ' ενα λογιστή, αλλά μόλις γνώρισε το νονό του το λοστρόμο ξεμυαλίστηκε -όχι λιγότερο από κείνον- και παράτησε άντρα και τρία παιδιά για να ζησει μαζί του αστεφάνωτη.

Τα υπόλοιπα χρόνια ως τα σήμερα, έφερνε το νονό στη σκέψη του και τον φανταζόταν ευτυχισμένο με τη "μαυροπόδαρη" γαλλίδα του να ψαρεύει στο παλιό λιμανάκι της Μαρσέγιας. Δεν του πέρναγε από το νου ότι μάλλον πίπες θά'χαν γίνει τα κοκκαλάκια του νονού, τόσος καιρός που είχε περάσει. Οταν έχουμε καιρό να δούμε κάποιο αγαπημένο πρόσωπο, σα να μη περνούν τα χρόνια για κείνο. Φέρνουμε την εικόνα του στο νου μας όπως τη γνωρίζαμε και ο χρόνος που περνά για μας σα νερό, για κείνο στέκει ακίνητος, μη πω και ότι πάει και προς τα πίσω. Η εικόνα που βρισκόταν στου Παντελή το μυαλό για το νονό του, ήταν ακριβώς εκείνη που είχε παλιά, όταν είχε πάει στο χωριό το τελευταίο Πάσχα πριν τον καλέσει να μπαρκάρει και ήταν η μορφή ενός άντρα σαραντάρη, γερού και δυνατού.

«Ε, Παντελή, τι σκέβεσαι πάλι;» τον ρώτησε ο Θάνος ο μανιάτης από το μπαρ του πληρώματος, προσθέτοντας «να βάλω ακόμα μια μπιρίτσα;»

Αλλο κουμάσι και τούτος δα, σκέφτηκε ο γερο-καμαρότος κι έγνεψε "όχι" με το κεφάλι. Θύμωσε που τού'κοψε στη μέση το συλλογισμό για το νονό και τη γαλλίδα και τη σύνταξη ή λυπήθηκε; Σηκώθηκε πάντως και, αφήνοντας ένα «άντε και καληνύχτα» μαζί με τα λεφτά για τις μπίρες, κίνησε για την καμπίνα των καμαρότων. Κανονικά, δικαιούνταν μοναχική καμπίνα τόσα χρόνια στο καράβι, η μοναξιά τον βάραινε πολύ όμως και, όταν ο καπετάνιος του το πρότεινε, είχε το κουράγιο να αρνηθεί. Η μοναξιά, αχ, αυτο είναι το σαράκι του ναυτικού πιότερο κι από τη νοσταλγία της στεριάς. Παλιά, κάθε που πιάνανε λιμάνι κατέβαινε για ένα γύρο, να δει το μάτι του κι άλλο κόσμο. Τώρα πια τα λιμάνια τά'χε γνωρίσει καλά, ο κόσμος σα να ήταν ίδιος παντού, το σπίτι κι η ζωή του ήταν το καράβι και δεν είχε πλέον περιέργεια να δει τίποτ' άλλο. Ετσι και σήμερα, πήγαινε για ύπνο την ώρα που οι περισσότεροι είχαν βγει για τσάρκα στα στενά του Οράν. Αύριο θα σηκώναν άγκυρα και ήθελε νά'ναι ξύπνιος από νωρίς.