Δευτέρα, 5 Φεβρουαρίου 2007

24 μέρες πριν το ναυάγιο



Ξημέρωσε κι η σημερνή μέρα, Κυριακή νά'μαστε καλά, και ο ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ έπλεε ανοιχτά έξω από τα Κανάρια. Ηταν η εποχή που είχε κλείσει το Σουέζ και τα φορτηγά πλοία κάναν το γύρο της Αφρικής για να πάνε προς τον Ινδικό και τις θάλασσες της Ανατολής. Αυτή τη φορά, το μπάρκο ήτανε για Πόρτο Λάγος Νιγηρία κι από εκεί για Κέηπ Τάουν. Μετά, αν ήθελε ο Θεός και η τύχη, μακάρι να φορτώναν για Σιγκαπούρη, όπου να μέναν και κάνα μήνα για επισκευές. Το καράβι χρειαζόταν επειγόντως ένα γερό καθάρισμα στο σκαρί, κάτω απ' τα ίσαλα, συντήρηση μιας μηχανής και αλλαγή της άλλης, που, όπου νά 'ναι, θα τά 'φτυνε. Βόγγαγε σαν ασθματικός στα τελευταία του. Ηταν κι η τρύπα που είχε ανοίξει στο δεξί αμπάρι και που την είχαν ψιλομπαλώσει στο Οράν. Ο καπετάνιος δεν ανησυχούσε, είχε διατάξει να μένει άδειο εκειό το αμπάρι, οπότε δεν υπήρχε λόγος να ανησυχεί και το πλήρωμα.


Η θάλασσα έπαιρνε στο ηλιοβασίλεμα ένα κιτρινόγκριζο αρρωστημένο χρώμα και ο Παντελής θυμόταν τα πρώτα του ταξίδια στην περιοχή αυτή. Τότε που είχε μπαρκάρει τζόβενο ο Γιωργής από τα Τρίκκαλα. Αυτός ο Γιωργής ήταν ο καλύτερος άνθρωπος και ναυτικός που είχε συναντήσει στη ζωή του. Γελαστός και πρόθυμος, με τον καλό λόγο στα χείλη βρέξει χιονίσει. Το καράβι τότε ήταν γκαζάδικο και ανήκε στο στόλο του Ωνάση, πριν το πάρει ο τωρινός ιδιοκτήτης και το μετατρέψει σε φορτηγό. Ερε, δόξες και ταξίδια τότε! Στιγμή δεν έμενε σε λιμάνι, που λένε. Ολο στο δρόμο της θάλασσας βρισκόντουσαν. Ατλαντικό, Περσικό, Ινδικό, ακόμα και Ειρηνικό -μια φορά. Από τα καφτά νερά του Ινδικού στα παγωμένα της Βόρειας θάλασσας μέσα σ' ένα μήνα. Εκεί μάλλον άρπαξε τη γερή βρογχίτιδα που ακόμα, όλο και πιο συχνά, τον ταλαιπωρεί.

Η Κυριακή ήταν μέρα ξεκούρασης για τους τρεις καμαρότους του πλοίου. Τις Κυριακές οι δουλειές τους ήταν μειωμένες, ασχολούνταν μονάχα με λιγοστές αγγαρείες. Μόνο στην τραπεζαρία εργαζόντουσαν και όχι στις καμπίνες και στα καταστρώματα. Οπότε, ο Παντελής είχε την πολυτέλεια να μπορεί να ρεμβάζει τις απογευματινές ώρες και ν' απολαμβάνει το ηλιοβασίλεμα ακουμπισμένος στην κουπαστή. Ετσι θυμήθηκε το Γιωργή και τα τρία ολόκληρα ζαχαρένια χρόνια που είχαν συνταξιδέψει. Μέχρι που ξεμπάρκαρε και παντρεύτηκε κι έριξε μαύρη πέτρα πίσω του κι ούτε που χρησιμοποίησε ποτέ το δίπλωμα του γραμματικού. Η γυναίκα τον πήρε από τη θάλασσα βλέπεις. Αντάλλασσαν κάρτες ευχετήριες αραιά και που στην αρχή, τώρα πια όμως η θερμή φιλική σχέση τους είχε ξεφτίσει.

Ετσι είναι. Γυναίκα μαθές και η θάλασσα, και μπορεί να την απατά ένας άντρας. Ο Παντελής όμως της έμενε πιστός και, ως φαίνεται, θα της έμενε για πάντα, ίσαμε το τέλος της ζωής του. Υπάρχουν άντρες που τα ταιριάζουν καλά, έχουν και γυναίκα και οικογένεια με παιδιά, έχουν και τη θάλασσα ερωμένη, μερικοί έχουν κι άλλες γυναίκες στα λιμάνια, και το φέρνουν βόλτα όλο αυτό το γυναικομάνι. Αυτός μέ τη θάλασσα έμενε και κάπου κάπου δυσκολευόταν κιόλας να την κάνει ζάφτι. Ολο τα δικά της έκανε και τον παίδευε. Πότε τον ζάλιζε με μυρωδιές, πότε με τις φουρτούνες της και πότε τον καλόπιανε, καλή ώρα το σημερνό απομεσήμερο, με την απλάδα και τη γαλήνη της.

Τώρα που το ξανασκέφτεται, με το Γιωργή συναντήθηκαν τελευταία φορά στο γάμο του Γιαννάκη του Σκεντζέ, σ' ένα ορεινό χωριό της Αρκαδίας. Τρόμαξαν να πάνε σε κείνο το χωριό, όλο κατσικόδρομοι και γκρεμοί, χειρότερα κι απ' το δικό του το κατσάβραχο. Ο Γιαννάκης πάντως έσκιζε μέσ' στα γαμπριάτικα και, παρόλο που είχε σαράντατόσους καλεσμένους, αφιέρωσε στους "φίλους απ' τα καράβια" -όπως τους παρουσίαζε- περισσότερο χρόνο κι απ' όσο στη νύφη, μια πεντάμορφη μικροκαμωμένη κοπελίτσα. Ο Γιαννάκης θα ξαναμπαρκάριζε καμαρότος, αλλά σε πλοίο της γραμμής Αργοσαρωνικού. Είχε τα μέσα ο πεθερός βλέπεις, και φρόντιζε την κορούλα του να μη μένει μόνη και πλαντάζει. Πάει κι ο Γιαννάκης λοιπόν, θυσία στα ρηχά για μια γυναίκα κι εκείνος.

«Τι σου είναι ο άνθρωπος λοιπόν, αχ!» συλλογίστηκε αναστενάζοντας, «τρεις φίλοι, τρεις ναυτικοί, κι όλοι από τα βουνά!» Ισως αυτή να ήταν και η αιτία για το δέσιμό τους, η ορεινή καταγωγή τους. Οι άλλοι, οι καθαυτό θαλασσινοί, νησιώτες κυκλαδίτες, επτανήσιοι ή κρητικοί, τη θάλασσα την είχαν μέσα τους, την κουβαλούσαν από γεννησιμιού τους, οπότε ήταν φυσικό να την αγαπούν και να δένονται μαζί της. Αυτοί οι βουνήσιοι, πώς έγινε και βρεθήκαν στα πέλαγα; Αυτός ο ίδιος ιδίως, που ούτε ζωγραφιστή δεν την είχε δει ως τα δεκαεννιά του, αυτός έμενε κολλημένος μαζί της και το έβρισκε κιόλας εντελώς φυσικό.